Author Archive for Nicolas

11
Απρ.
08

Vampire Weekend (2008)

Είναι χρόνια τώρα που η pop έχει αρχίσει να ξεφεύγει κανονικά, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε προσπάθεια για κατηγοριοποίηση στα στενά standards του μουσικού τύπου. Ίσως και να καθοριστεί κάποτε ένα σύστημα ISO για ακριβές labeling των ήχων με απώτερο σκοπό το ακριβές tagging στις ηλεκτρονικές μουσικές βιβλιοθήκες. Αυτό όμως ελάχιστα μας αφορά όταν έχουμε να κάνουμε με φρέσκους ευρηματικούς ήχους και φοβερά δισκάκια όπως αυτό που διάλεξα για σήμερα.

Το ντεμπούτο των Νεοϋορκέζων Vampire Weekend έχει παρκάρει στο MP3 player μου για περίπου τρεις εβδομάδες και θα μείνει εκεί για πολύ ακόμα. Πρόκειται για ένα αμάλγαμα ευφυούς indie-pop και κλασσικής μουσικής με αφρο-κουβανέζικες πινελιές και όσο δύσκολο είναι να το κατατάξεις άλλο τόσο δύσκολο είναι να αναγνωρίσεις τις επιρροές που ίπτανται εδώ κι εκεί σε όλη τη διάρκεια του album.

Οι Vampire Weekend από το 2006 που σχηματίστηκαν (όταν τα μέλη τους ήταν φοιτητές όπως συνηθίζεται) και σάρωσαν τα πάρτυ και τα μπαράκια της περιοχής, γνώρισαν την επιτυχία καθώς ο μοναδικός τους ήχος, τους οδήγησε στην XL records και στο πρώτο τους επίσημο EP (Mansard Roof). Καθόλου περίεργο αν ακούσεις για πρώτη φορά το Oxford Comma. Μια πραγματικά γοητευτική σύνθεση, με ευρηματικούς στίχους και απίθανα φωνητικά που σε κερδίζει άμεσα.

Στη συνέχεια έχεις ακούσει όλο το album και χαμογελάς περιμένοντας το καλοκαίρι. Υπάρχει μια θετική αύρα σε όλα τα κομμάτια (χωρίς να είναι ξεδιάντροπα ή αποκλειστικά χορευτικά) η οποία υπερτονίζεται από την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ερμηνεία του τραγουδιστή Ezra Koenig, τις προσεκτικά δομημένες σονατινίστικες (sic) μελωδίες που διαχωρίζουν τα κουπλέ μεταξύ τους ή αντικαθιστούν τα ρεφραίν πολλές φορές, και την προσεκτική ενορχήστρωση. Εξαιρετικές οι γραμμές του μπάσου όπως και οι έθνικ πινελιές στα κρουστά και στους κιθαριστικούς ρυθμούς θυμίζουν πότε τις καλές εποχές του Paul Simon και πότε τα new Wave χοροπηδηχτά των 80s.

Λίγα indie ντεμπούτα πλέον είναι τόσο όμορφα και ολοκληρωμένα όσο το Vampire Weekend των Vampire Weekend. Και να μην το ψάξετε, είμαι σίγουρος ότι θα σας βρει εκείνο.

http://www.vampireweekend.com

Read also:

Advertisements
20
Μαρ.
08

The new pornographers – Challengers (2007)

i98398p1e9h.jpgΕκτός από εκπληκτικό όνομα η power-pop παρέα από το Βανκούβερ κατέθεσε (προ μηνών βέβαια) το τελευταίο της πόνημα, 7 χρόνια μετά το πρώτο τους υπέροχο LP Mass Romantic.

Πρόκειται για ένα δίσκο γεμάτο όμορφες μελωδίες, γλυκά εσωστρεφή αλλά και αρκετά up-beat πολλά σημεία. Η μελαγχολία είναι έκδηλη παντού, μα εμφανίζεται με διπλωματικά ύπουλο τρόπο κάτω από την επιφάνεια.

Τα κομμάτια στην πλειοψηφία τους είναι πολύ προσεκτικά δομημένα και ενορχηστρωμένα, ελαφρώς σοφιστικέ και τείνοντας προς το κάπως περίπλοκο.

Οι new pornographers είναι μια ολοκληρωμένη μπάντα. Αυτό φαίνεται από την αρχή του δίσκου ακόμα κι αν δεν τους έχετε ακούσει ξανά. Χωρίς ακρότητες, χωρίς το άγχος του πρωτάρη ή του supergroup, με τις συνθέσεις των Newman και Bejar να λάμπουν και τις φωνές των κοριτσιών του group χτίζουν ένα αληθινά αξιοπρεπή και ευχάριστο album το οποίο βρήκα ιδανικό για παρέα σε κάποιες (σπάνιες) μοναχικές στιγμές.

Highlights: Go places, Myriad harbour, My rights versus yours, All the old showstoppers, Challengers.

Gang: Spoon, The Shins, Sweet Apple pie, Peter Bjorn and John

See Also: http://metewritis.blogspot.com

07
Φεβ.
08

The Shepherd’s Dog – Iron & Wine (2007)

Κατά την εκπνοή του 2007 βρέθηκα αντιμέτωπος με το album των Iron & Wine από την Sub-pop. Και μόνο η παρουσία του ιστορικού label ήταν ικανό να εξάψει την περιέργεια μου. Και χάρηκα που δεν έπεσα έξω.

Πίσω από το όνομα Iron & Wine υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος: Ο Samuel Beam από την Florida και η ιστορία του είναι μια από τις ιστορίες επιτυχίας που εξιτάρουν όλους τους νέους μουσικούς. Ξεκίνησε να φτιάχνει μόνος του demo tapes (πιθανώς στο σπίτι του) και να τις προωθεί δειλά σε έναν μικρό κύκλο ακροατών στο Miami, μέχρι που τράβηξε την προσοχή της Sub-pop. Αυτό ήταν όλο. Τον Σεπτέμβριο του 2002 κυκλοφόρησε το πρώτο album με τον τίτλο The Creek Drank the Cradle. Μα αρκετά με την ιστορία.

j05253gvo26.jpgΑκούγοντας το The Shepherd’s Dog είναι σα να βρίσκεσαι στην εξοχή με πίσσα σκοτάδι. Να ξαπλώνεις σε ένα δροσερό στρώμα από γρασίδι με τον χρόνο να έχει σταματήσει να κυλάει και να διαβάζεις τα πανέμορφα σχήματα που φτιάχνουν τα αστέρια.
Ο Samuel Beam μάζεψε έναν μεγάλο αριθμό μουσικών και μεγάλη γκάμα μουσικών οργάνων χρωματίζοντας με άπειρα ηχοχρώματα τα σιγανά (σχεδόν ψυθιριστά) φωνητικά του. Πανέμορφες ενορχηστρώσεις κεντημένες με προσεκτικούς κιθαριστικούς δακτυλισμούς συνθέτουν μια ακουστική γαλήνη, σε τέλεια αρμονία. Μα αυτό είναι μόνο το κέλυφος. Κάτω απ’ αυτό κυριαρχεί συναισθηματική ένταση που τόσο ύπουλα σκαρφαλώνει πάνω σου για όσο αποφασίζεις ότι θα κρατήσει αυτό το ταξίδι.
Υπάρχουν μερικά εξαιρετικά κομμάτια που σου κολλάνε στο μυαλό μια για πάντα όπως τα White tooth man, House by the sea και Wolves (Song of the Shepherd’s Dog) δίνοντας μια πρώτη αφορμή για να ξανακούσεις ολόκληρο το album.

Και το ξανακούω, και το ξανακούω…

Also on:

18
Δεκ.
07

Jens Lekman – Night Falls Over Kortedala (2007)

j08176qz9oa

Αρχικά, κοιτάς το εξώφυλλο του δίσκου με μια κάποια περιέργεια. Κάποιος που μάλλον να κουρέυεται από παραδεισένια χέρια που ξεπηδούν από ένα αφράτο σύννεφο. Αυτός είναι ο Jens. Έχει μια έκφραση απέραντης παιδικής γαλήνης και προφανώς ρεμβάζει απορροφημένος στις νοσταλγικές του σκέψεις.
Δε χρειάζεται περισσότερη σκέψη. Περνάμε στο κυρίως μενού του σουηδού φίλου μας και διαπιστώνουμε ότι πρόκειται περί ποπ ευφυίας, οπότε και συνεχίζουμε την ακρόαση.

Ένα πράγμα πρέπει να ξεπεράσει ο αστικός pop-rock ακροατής για να απολαύσει το όραμα του Lekman και δεν είναι τίποτε άλλο από τις γνωστές μουσικές ετικέττες. Διότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με, σειρές πνευστών και ολόκληρες ορχήστρες, παλιούς ήχους και ιδιώματα, arrangements τύπου αριστοκρατικής disco και πρώιμων τηλεοπτικών σειρών σε πλήρη αρμονία με τα σύγχρονα μουσικά ιδιώματα. Παρά όμως αυτό το εύρος των μουσικών επιρροών ο Lekman (ο οποίος για την ιστορία είναι γεννημένος το 1981) φαίνεται να στέκεται αξιοπρεπής, με την post-crooner φωνή του, στο ύψος των περιστάσεων σαν πραγματικός τεχνίτης των ήχων.
Οι στίχοι είναι απλοικοί, συχνά σαχλοί μα ειλικρινείς, δομημένοι ώστε να ταιριάζουν απόλυτα σ’ αυτόν τον παράξενο αισθητικά κόσμο, φτιαγμένο θαρρείς από κομμάτια έντονων χρωμάτων που αποφεύγεις ως κραυγαλέα κι ας σου θυμίζουν τόσα…

Είναι όμορφο, πλήρες, χαρούμενο, σκανδαλιστικά παιδιάστικό, και όλως παραδόξως, η ακρόαση του απαιτεί ωριμότητα.

Kanske ar jag kar I dig

Read also:

21
Νοέ.
07

Interpol – Our love to admire (2007)

ipol Μέχρι χτες δεν πίστευα ότι έπρεπε να γράψω κάτι για το τελευταίο album των Interpol.
Δεν άντεχε τη σύγκριση με κάποια όμορφα πράγματα που κυκλοφόρησαν το καλοκαίρι και για να είμαι ειλικρινής στο πρώτο άκουσμα κόντεψα να αποκοιμηθώ.
Τον τελευταίο καιρό λόγω υποχρεώσεων το μυαλό μου καθάρισε από μουσικές και καινούρια ακούσματα. Ένα track των καινούργιων Interpol που έτυχε στο random με έκανε να αναθεωρήσω και να το ξανακούσω, τέσσερις μήνες μετά και έσταξε σαν βάλσαμο στα αυτάκια μου θυμίζοντας μου τον λόγο που αγαπάμε τελικά αυτό το συγκρότημα.

Οι Interpol έθεσαν ψηλά τον πήχη από την πρώτη κιόλας κυκλοφορία τους. Το εκπληκτικό Turn on the bright lights (2002) τους απογείωσε και το επίσης εξαιρετικό Antics (2004) τους καθιέρωσε.
Φέτος με το πρώτο album σε πολυεθνική έκαναν πολλούς ορκισμένους οπαδούς τους να στραβομουτσουνιάσουν αφήνοντας τις παλιές εποχές πίσω, στα αρχεία της Matador.
Και με το δίκιο τους στραβομουτσούνιασαν, μιας και το αποτέλεσμα είναι η σύμπτυξη όλων των συστατικών που έφτιαξαν τους Interpol γαρνιρισμένα με λίγο σκότος, λίγα synths και μαύρα δερμάτινα μπουφάν. Φανερή η προσπάθεια διεύρυνσης του κοινού τους. Οι πολυεθνικές δεν κάνουν τίποτα τυχαία!

Για να ακούσεις πραγματικά αυτόν το δίσκο, πρέπει να βάλεις στην άκρη τις δοξασμένες μέρες. Αν το κάνεις αυτό, θα δεις ότι μπορεί να σταθεί με αξιοπρέπεια στη λίστα των κυκλοφοριών του έτους.
Τουλάχιστον τα μισά κομμάτια είναι εξαιρετικά. Υπάρχουν κι εδώ οι υπνωτιστικές κιθάρες, ένα πολύ συνεπές rythm section και η κοφτερή φωνή του Paul Julian Banks που κρατιέται στην γνώριμη της εσωστρέφεια χωρίς ακροβασίες.
Υπάρχει όμως και αμηχανία. Η χρήση των synths δημιουργεί προβλήματα. Δεν είναι ανεπιθύμητοι οι ήχοι τους, είναι απλά λανθασμένη η επιλογή τους. Και βέβαια τα μείον δεν σταματούν εκεί αλλά διαπερνούν ολόκληρο το album με μικρές και μεγάλες ακίδες εδώ κι εκεί.

Άξια μνείας είναι τα «κακά» τραγούδια «Νο I in threesome» (link via Culture Bully) και «My chemistry» που ξεσήκωσαν μια μικρή θύελλα και ξαναφέρνουν το σεξ και τα ναρκωτικά στο clean-cut rock’n’roll της εποχής. Παρ’ όλα αυτά δε σταματούν μόνο στους προκλητικούς τους τίτλους.
Γενικότερα ως σύνολο ο δίσκος στέκεται ως η προσωρινή μετεξέλιξη του αγέρωχου ήχου των Ιnterpol που παρά αυτήν τη μικρή «αστοχία» θα συνεχίσουμε να αγαπάμε αν και θα αναρωτιόμαστε για την επόμενη τους κυκλοφορία.

Read Also :

03
Νοέ.
07

Les savy fav – Let’s stay friends (2007)

j05077nrk9vΕκτός από ένα ακόμα παράξενο όνομα συγκροτήματος για τη συλλογή μας όταν κάνουμε τους έξυπνους οι Les savy fav κυκλοφόρησαν έναν πολύ καλό δίσκο μετά από έξι χρόνια (ναι, υπάρχουν από το 1999).

Ωραίες κιθαριές, μια χαρά φωνητικά φαλτσέτα με την pop να κρύβεται πολύ επιμελώς σε μερικές μελωδίες και τους Pixies και τους Fugazi πίσω από τις κουρτίνες.

Μπορεί να μην είναι η αποκάλυψη της χρονιάς, μα πρόκειται για έναν δίσκο με προσωπικότητα και δύναμη.

 

Αφιερωμένο, το μόνο επίσημο video clip του: Patty Lee (ψάξτε την ατραξιόν του γκρούπ, το φαλακρό στρουμπουλούλη κύριο με το μούσι)

23
Οκτ.
07

klaxons – myths of the near future (2007)

imageΠρώτο album σε πολυεθνική για τους λονδρέζους Klaxons, με πολλές φιλοδοξίες, δακρυσμένα eyeliners, και μπόλικο hype από τον μουσικό τύπο μαζί με την ηγεσία του κινήματος του new rave.

Οι επιρροές τους πολλές, οι ιδέες τους συμπαθητικές, μα αφού τελειώσεις με μια πρώτη ακρόαση είσαι σίγουρος ότι κάτι δεν πήγε και τόσο καλά στο πακετάρισμα αυτού του album.

Για παράδειγμα η παραγωγή, απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί υποδειγματική. Τα πράγματα ακούγονται περισσότερο θορυβώδη απ’ όσο έπρεπε και σε εντελώς άσχετα σημεία, και υπάρχει ένα άβολο βάθος στα περισσότερα από τα κομμάτια. Ο συνδυασμός ήχων πέρα από των παραδοσιακών κιθάρας-μπάσου-ντράμς χρειαζόταν μεγαλύτερη μαστοριά. Καμία σχέση με το πως τους διαχειρίζονται ας πούμε οι Kasabian. Και δε μιλάμε για μια παραγωγή home studio!

Εκτός αυτών των προβλημάτων, τα τραγούδια των Klaxons (στην πλειοψηφία τους) είναι ευχάριστα και με όμορφες μελωδίες. Εδώ θα βρείτε και μερικά διαμαντάκια: Atlantis to interzone, Golden Skans, As above so below, It’s not over yet και το αγαπημένο μου (για ανεξιχνίαστους λόγους) Isle of her , τα οποία αποτελούν το μισό περίπου tracklist. Τα δυο τελευταία κομμάτια είναι απλά θόρυβος για να πιάσουμε τα 12 tracks (καταραμένη polydor).

Δεν είναι λοιπόν λίγα τα καλά κομμάτια. Απλά θα ήταν καλύτερα να κυκλοφορήσουν σαν ep ενισχύοντας περισσότερο το pop κομμάτι των επιρροών τους. Γιατί κάτω απ’ όλα, πρόκειται για έναν pop δίσκο που τους χάρισε κι ένα Mercury music prize!

Αξίζει να αναφέρω τα πραγματικά πολύ καλά video clips τους: Golden Skans και It’s not over yet.

Links:
http://www.alive.gr/
http://plasticfeathers.wordpress.com
http://winteracademy.blogspot.com/




Rock αναγνώσεις

Free Image Hosting at www.ImageShack.us

ROCK ΣΤΑΣΕΙς

Rock Stats

  • 44.905 hits
Advertisements